Η Άσκηση του Διαλογισμού
Η στάση
Έχοντας βρει το χρόνο και τον τόπο, θα καθίσουμε σε μια αναπαυτική καρέκλα και θα αρχίσουμε να διαλογιζόμαστε. Τότε προκύπτουν τα ερωτήματα: Πώς καθόμαστε; Είναι η στάση με σταυρωμένες τις κνήμες η καλύτερη, ή πρέπει να γονατίζουμε ή να καθόμαστε ή να στεκόμαστε όρθιοι; Η πιο άνετη και πιο φυσική στάση είναι πάντα η καλύτερη.
Η στάση με τις σταυρωμένες κνήμες χρησιμοποιούνταν, και ακόμα χρησιμοποιείται πολύ, στην Ανατολή και πολλά βιβλία έχουν γραφεί πάνω στις στάσεις. Μερικές από τις στάσεις έχουν σχέση με το νευρικό σώμα και με εκείνη την εσωτερική δομή λεπτών νεύρων, που ονομάζονται από τους Ινδουιστές "νάντι", τα οποία υπόκεινται νευρικού συστήματος έτσι όπως αυτό αναγνωρίζεται στη Δύση.
Το πρόβλημα με αυτές τις στάσεις είναι πως μπορεί να οδηγήσουν σε δυο μάλλον ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Κάνουν τον άνθρωπο να συγκεντρώνει το νου στους μηχανισμούς της διαδικασίας και όχι πάνω στο στόχο και, δεύτερον, συχνά οδηγούν σε μια ευχάριστη αίσθηση ανωτερότητας, που βασίζεται στην προσπάθεια μας να κάνουμε κάτι που η πλειονότητα δεν κάνει και που μας ξεχωρίζει ως δυνάμει γνώστες. Εγκλωβιζόμαστε στην μορφική όψη του διαλογισμού. Απασχολούμαστε με το Μη-εαυτό, και όχι με τον Εαυτό.
Ας διαλέξουμε λοιπόν εκείνη τη στάση που θα επιτρέπει σε εμάς, εντελώς άνετα, να ξεχνάμε ότι έχουμε φυσικό σώμα. Αυτή μάλλον είναι, για το Δυτικό, η καθιστική στάση. Αυτά που κυρίως χρειάζονται είναι: να καθόμαστε ευθυτενείς, με τη σπονδυλική στήλη σε ευθεία γραμμή. Να καθόμαστε χαλαρωμένοι (όχι άτονα), ώστε να μην υπάρχει καμία ένταση πουθενά στο σώμα, να χαλαρώνουμε κάπως το σαγόνι, ώστε να διώχνουμε κάθε ένταση στον αυχένα. Ο διαλογισμός είναι μια εσωτερική πράξη και μπορεί να πραγματοποιηθεί με επιτυχία μόνον όταν το σώμα είναι χαλαρωμένο, σε σωστή στάση, και μετά λησμονείται.
Η Αναπνοή
Έχοντας πετύχει φυσική άνεση και χαλάρωση και έχοντας αποτραβηχτεί από τη συνείδηση του σώματος, προσέχουμε έπειτα την αναπνοή μας και εξακριβώνουμε αν είναι ήρεμη, ομαλή και ρυθμική.
Ας γίνει μια προειδοποίηση όσον αφορά την εκτέλεση αναπνευστικών ασκήσεων, με εξαίρεση όσους έχουν πρώτα αφιερώσει χρόνια στον ορθό διαλογισμό και στην εξάγνιση της σωματικής φύσης. Όταν δεν υπάρχει εμπειρία και αγνότητα, η εκτέλεση αναπνευστικών ασκήσεων συνεπάγεται πολύ πραγματικούς κινδύνους. Είναι αδύνατο να τονίσουμε αυτό το σημείο με όση έμφαση χρειάζεται. Αυτή την εποχή υπάρχουν πολλές σχολές που δίνουν οδηγίες για την αναπνοή και πολλοί που παρουσιάζουν την αναπνοή ως μέσο για πνευματική ανάπτυξη. Όμως δεν έχει καμιά σχέση με την πνευματική ανάπτυξη. Έχει μεγάλη σχέση με την ανάπτυξη ψυχικών δυνάμεων και η εκτέλεση αναπνευστικών ασκήσεων οδηγεί σε μεγάλες δυσκολίες και κίνδυνο. Στις αρχαίες διδασκαλίες της Ανατολής, ο έλεγχος της αναπνοής επιτρεπόταν μόνον όταν τα πρώτα τρία "μέσα για την ένωση", όπως ονομάζονται, είχαν σχετικά πραγματωθεί στη ζωή, και τότε, μόνο κάτω από σωστή παρακολούθηση.
Οι αναπνευστικές ασκήσεις δεν έχουν να κάνουν με την πνευματική ανάπτυξη. Αφορούν την ανάπτυξη του φυσικού σώματος και η ενασχόληση με αυτές συνεπάγεται δυσκολίες και κινδύνους.
Κατά την αρχαία εποχή, οι διδάσκαλοι αραιά και που διάλεγαν κάποιον για αυτή τη μορφή διδασκαλίας, και αυτή δινόταν ως συμπλήρωμα σε μια εκπαίδευση που θα είχε προκαλέσει έναν ορισμένο βαθμό επαφής με την ψυχή, ούτως ώστε η ψυχή να έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει τις ενέργειες που εφελκύονται από την αναπνοή για την προώθηση των δικών της αντικειμένων και για παγκόσμια υπηρεσία. Κατά συνέπεια, δεν θα κάνουμε τίποτα περισσότερο από το να βεβαιωθούμε ότι η αναπνοή μας είναι ήρεμη και κανονική και μετά θα αποσύρουμε εντελώς τις σκέψεις μας από το σώμα και θα αρχίσουμε το έργο της συγκέντρωσης.
Ο Οραματισμός και η Δημιουργική Χρήση της Φαντασίας
Το επόμενο βήμα στην άσκηση του διαλογισμού είναι η χρήση της φαντασίας. Δημιουργούμε την εικόνα του τριπλού κατώτερου ανθρώπου, ευθυγραμμισμένου ή ευρισκόμενου σε άμεση επικοινωνία με την ψυχή. Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να γίνει αυτό. Το ονομάζουμε εργασία οραματισμού. Φαίνεται ότι ο οραματισμός, η φαντασία και η θέληση είναι τρεις πολύ ισχυροί παράγοντες σε κάθε δημιουργική διαδικασία. Είναι οι υποκειμενικές αιτίες για πολλά από τα αντικειμενικά μας αποτελέσματα.
Στην αρχή ο οραματισμός είναι κυρίως θέμα πειραματικής πίστης. Γνωρίζουμε ότι μέσω της διαδικασίας του λογισμού έχουμε φτάσει στην κατανόηση ότι υπάρχει, μέσα μας και πέρα από όλα τα εκδηλωμένα αντικείμενα, ένα Ιδανικό Αντικείμενο ή Ιδανικό Πρότυπο, που επιζητεί να εκδηλωθεί στο φυσικό πεδίο. Η άσκηση του οραματισμού, η φαντασία και η χρήση της θέλησης είναι δραστηριότητες που υπολογίζεται ότι θα επισπεύσουν την εκδήλωση αυτού του Ιδανικού.
Όταν οραματιζόμαστε, χρησιμοποιούμε την υπέρτατη σύλληψή μας περί του ποίο θα μπορούσε να είναι αυτό το Ιδανικό, επενδυμένο με κάποιο είδος υλικού, συνήθως νοητικού, γιατί δεν είμαστε ακόμα σε θέση να συλλάβουμε ανώτερες μορφές ή τύπους υπόστασης, με τις οποίες περιβάλλουμε τις Εικόνες μας.
Όταν φτιάχνουμε μια νοητική εικόνα, η διανοητική υπόσταση του νου μας κραδαίνεται με έναν ορισμένο ρυθμό, ο οποίος προσελκύει νοητική ύλη αντίστοιχης διαβάθμισης, μέσα στην οποία καταβυθίζεται ο νους. Εκείνο που διατηρεί αυτή την εικόνα σταθερή και της δίνει ζωή είναι η θέληση. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται είτε είμαστε ήδη ικανοί να τη διακρίνουμε με τον οφθαλμό της διάνοιας είτε όχι. Αν δεν μπορούμε να τη διακρίνουμε δεν έχει σημασία, δεδομένου ότι το δημιουργικό έργο διεξάγεται ανεξάρτητα απ' αυτό το γεγονός. Ίσως κάποτε να είμαστε σε θέση να παρακολουθούμε και να εκτελούμε όλη αυτή τη διαδικασία συνειδητά.
Σε σχέση με αυτή την εργασία, στα πρώιμα στάδια, ορισμένοι εικονίζουν τα τρία σώματα (των τριών όψεων της μορφικής φύσης), να συνδέονται με ένα ακτινοβόλο σώμα φωτός, ή οραματίζονται τρία κέντρα δονούμενης ενέργειας δεχόμενα τη διέγερση από ένα ανώτερο και πιο ισχυρό κέντρο. Αλλοι φαντάζονται την ψυχή ως ένα τρίγωνο δύναμης, με το οποίο είναι συνδεδεμένο το τρίγωνο της κατώτερης φύσης, με την "αργυρή χορδή" που αναφέρεται στη Χριστιανική Βίβλο, τη σουτράτμα ή το νήμα της ψυχής των Γραφών της Ανατολής, τη "γραμμή ζωής" άλλων σχολών σκέψης. Άλλοι, πάλι, προτιμούν να διατηρούν τη σκέψη μιας ενοποιημένης προσωπικότητας που συνδέεται και κρύβει εντός της την ενοικούσα Θεότητα, "ο εν υμίν Χριστός η ελπίς της δόξης".
Δεν έχει μεγάλη σημασία το ποια εικόνα διαλέγουμε, αρκεί να αρχίζουμε με τη βασική ιδέα του Εαυτού που επιδιώκει να έρθει σε επαφή και να χρησιμοποιήσει τον Μη-εαυτό, το όργανο του στους κόσμους της ανθρώπινης έκφρασης και αντίστροφα, με τη σκέψη ότι αυτός ο Μη-εαυτός παρακινείται να στραφεί προς την πηγή της ύπαρξης του. Όταν αυτό συμπληρωθεί, μπορούμε να συνεχίσουμε το έργο του διαλογισμού μας. Το φυσικό σώμα και η θυμική φύση, με τη σειρά τους, βυθίζονται κάτω από το επίπεδο της συνείδησης, ενώ εμείς επικεντρωνόμαστε στο νου και επιζητούμε να τον θέσουμε υπό τη θέληση μας.
Συγκέντρωση
Ακριβώς εδώ είναι που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το πρόβλημα μας. Ο νους αρνείται να βυθιστεί στις σκέψεις που διαλέγουμε να σκεφτούμε και σπεύδει με ορμή προς πάσα διεύθυνση, αναζητώντας, όπως το συνηθίζει, υλικό. Σκεφτόμαστε για όσα έχουμε να κάνουμε εκείνη την ημέρα, αντί να σκεφτόμαστε πάνω στη "σπερματική σκέψη" μας, θυμόμαστε κάποιον που πρέπει να κανονίσουμε να συναντήσουμε, ή κάποια δραστηριότητα που χρειάζεται να φροντίσουμε. Αρχίζουμε να σκεφτόμαστε κάποιον που αγαπάμε και αμέσως πέφτουμε και πάλι στον κόσμο των συγκινήσεων οπότε πρέπει να ξεκινήσουμε και πάλι από την αρχή την όλη εργασία μας.
Έτσι συμμαζεύουμε και πάλι τις σκέψεις μας και αρχίζουμε από την αρχή με μεγάλη επιτυχία για μισό λεπτό, όταν θυμόμαστε κάποιο ραντεβού που έχουμε δώσει ή κάποια δουλειά που κάποιος κάνει για μας, και ξαναβρισκόμαστε πάλι πίσω, στον κόσμο των διανοητικών αντιδράσεων, οπότε η γραμμή σκέψης που είχαμε διαλέξει, λησμονείται. Πάλι ξαναμαζεύουμε τις διασκορπισμένες ιδέες μας και ξαναρχίζουμε τον αγώνα μας για να καθυποτάξουμε τον ατίθασο νου.
Πώς επιτυγχάνεται η συγκέντρωση; Μα ακολουθώντας στην εργασία μας ένα σχέδιο ή ένα περίγραμμα του διαλογισμού μας, το οποίο θέτει αυτομάτως έναν αξεπέραστο δακτύλιο γύρω από το νου μας και το οποίο λέει στη διάνοια: "Μέχρι εκεί και μη παρέκει". Σκόπιμα και με νοήμονα πρόθεση οριοθετούμε τη διανοητική μας δραστηριότητα κατά τρόπον ώστε να υποχρεωνόμαστε να αναγνωρίσουμε, πότε ξεπερνούμε αυτά τα όρια. Τότε ξέρουμε ότι πρέπει να συμμαζευτούμε ξανά μέσα στα όρια προστασίας που έχουμε θέσει στον εαυτό μας.
Ο σοβαρός αναζητητής θα βρει αμέσως πιο κάτω ένα τύπο διαλογισμού, που βοηθά στη συγκέντρωση.
(Από τη Διάνοια στην Ενόραση, σελ. 118-27)
|